ΠΩΣ ΠΕΡΑΣΑ ΤΙΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ (ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΗ ΚΩΣΤΑΚΗ ΚΟΜΠΟΘΕΚΡΑ)
Εμείς φέτος περάσαμε ένα πολύ ωραίο καλοκαίρι, το οποίο ξεκίνησε μόλις τέλειωσε το σχολείο και τελείωσε μόλις το σχολείο ξεκίνησε.
Το καλοκαίρι πηγαίνουμε πάντα για ένα μήνα με τον μικρότερο αδερφό μου Γιαννάκη στο χωριό Μελιτζανάκι κάπου στην Ελλάδα την από πάνω (δεν θυμάμαι το νομό, δεν τα κάναμε στη Γεωγραφία ακόμη. Βασικά μπορεί και να το κάναμε αλλά μίλαγα με τον διπλανό μου Θανάση. Εκεί μείναμε στην γιαγιά Στρογγύλω και στον παππού Λεωνίδα που έχει μία αρρώστια και ξεχνάει συνέχεια τα πάντα. Επίσης εξαφανίζεται για μέρες και η γιαγιά τον βγάζει αμπελαλέ! Πόσο περήφανος είμαι όταν τον βλέπω στην τηλεόραση! Λένε για το ύψος του, τι φόραγε όταν έφυγε και ότι κινδυνεύει, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια, δεν κινδυνεύει η ζωή του, η δική μας κινδυνεύει όταν επιστρέφει γιατί ξεχνάει αναμένα κεριά και μία φορά έβαλε το τάπερ με το φαγητό στο μάτι της κουζίνας και έπιασε φωτιά το σπίτι.
Η γιαγιά Στρογγύλω είναι πολύ καλή αλλά συνέχεια γκρινιάζει γιατί της κόπηκε πολύ η σύνταξη. Εγώ αποφάσισα να μην πάρω ποτέ σύνταξη για να μην μου την κόψουν, έτσι δεν θα γκρινιάζω γι αυτό.
Στο χωριό η γιαγιά και ο παππούς έχουν μερικές κότες, από τις οποίες η μία έχει λειρί στο κεφάλι και την λένε Μήτρο, γιατί, λέει η γιαγιά, είναι αγόρι σαν και μένα. Μόνο που δεν έχει άλλα αγόρια για να παίζει ο Μήτρος και κυνηγάει όλες τις υπόλοιπες χωρίς λειρί.
‘Οταν επιστρέψαμε απ το χωριό, ο μπαμπάς και η μαμά μας πήγανε διακοπές στην Αιδηψό (κι αυτή δεν την κάναμε στην Γεωγραφία) και μείναμε σε ένα πολύ ωραίο ξενοδοχείο, το κακό είναι ότι ο μπαμπάς ήθελε να κοιμάται τα μεσημέρια και μίλαγε τούρκικα γιατί -λέει- τον ενοχλούσαμε. Το αι σιχτήρ, τούρκικο δεν είναι; Το μόνο κακό είναι ότι κάθε πρωί για να κολυμπήσουμε πέρναγε πολλή ώρα μέχρι να στήσει ο μπαμπάς την ομπρέλλα και να βγάλει τα τάπερ με τα κεφτεδάκια η μαμά.
Εμείς το διασκεδάσαμε πολύ και είχαμε το δικό μας παιχνίδι με τον Γιαννάκη: Μετράγαμε πόσους μεγάλους μπορούμε να κάνουμε να θυμώσουνε επειδή τους πετάγαμε άμμο και στοχεύαμε τα κεφάλια τους παίζοντας ρακέτες. Μου αρέσουν πολύ οι ρακέτες, όταν μεγαλώσω θα γίνω πρωταθλητής κόσμου ρακέτας. Μόνο που πρέπει να προσέχω λίγο να πετάω το μπαλάκι με τη ρακέτα και όχι το αντίθετο, γιατί ένας πολύ νευρικός κύριος μίλαγε Τούρκικα στον μπαμπά επειδή καταλάθος του ήρθε η ρακέτα στο κεφάλι.
Πόσο μου αρέσουν οι διακοπές και το καλοκαίρι! Μακάρι να είχαμε και τον ‘Αγιο Βασίλη για να του ζητήσουμε πλέι στέισιο που παίζει ο φίλος μου ο Ορέστης -που τον λένε Μακρή στο επίθετο και όλοι γελάνε μαζί του και του κάνουνε χικ – δεν ξέρω γιατί.
Εύχομαι σε όλους καλό Χειμώνα.
Υ.Γ. Οι ρακέτες είναι στα θερινά Ολυμπιακά αθλήματα; Η μαμά μου, γιατί δεν με αφήνει να παίζω στο σπίτι; Τουλάχιστον υποσχέθηκε να μου πάρει πλέι στέισιο για να έχει την ησυχία της.


